×
Lingea
E-shop Login
×

Entradas

iconαρπάζω

Índice

αρνόγλωσσοαρνούμαιαρόσιμοςάροτροαρουραίοςάρπααρπάγηαρπάζομαιαρπάζωαρπακτικόαρπακτικόςαρραβώναςαρραβωνιάζομαιαρραβωνιαστικιάαρραβωνιαστικόςαρρενωπόςαρρωσταίνωαρρώστιαάρρωστοςαρσενικόςάρσηαρσιβαρίσταςαρτεμισίααρτηρία
Visualizar tudo (24)
αρπάζω [arpaːzo] v
1.agarrar, pegar, empunhar a.c.
2.aprender a.c.
3.aprender a.c. vendo

κρύωμααρπάζω κρύωμα constipar-se, resfriar-se (pessoa)