×

Словникові статті

iconμετά

Околиця

μεσουρανώμεσοφόριμεσόφρυομεσόφωνοςμεσπιλιάΜεσσίαςμεστώνωμέσωμετάμεταβάλλωμετάβασημεταβατικόςμεταβιβάζωμεταβλητικότηταμεταβλητόςμεταβολήμεταβολικόςμεταβολισμόςμετάγγισημεταγενέστεραμεταγεννητικόςμεταγλωτισμένοςμεταγλωττίζωμεταγλωττιστής
Показати все (24)
μετά [metaː]
adv
по́тім
prep
пі́сля
phr
μετά από αιτ. за ким/чим (ходи́ти і т. д.)μετά από κάτι зра́зу пі́сля чого́μετά βίας ле́две, ледь

λοσιόνλοσιόν η για μετά το ξύρισμα лосьйо́н пі́сля голі́ння
λοσιόνλοσιόν μετά από έκθεση στον ήλιο крем пі́сля засма́ги
μέθηζαλάδα μετά από μέθη η похмі́лля
кремкрем пі́сля засма́ги λοσιόν μετά από έκθεση στον ήλιο
лосьйо́нлосьйо́н пі́сля голі́ння λοσιόν το ξυρίσματος, αφτερσέιβ το, λοσιόν η για μετά το ξύρισμα
пі́сляпі́сля то́го, що αφού κάνω κάτι, μετά από κάτι
пі́слязра́зу пі́сля чого́ μετά από κάτι